Η Έλενα δεν είναι ένα οποιοδήποτε, συνηθισμένο μικρό κορίτσι. Ευφάνταστη και στοχαστική, είναι από κείνα τα παιδιά με την οξυμένη, πρόωρα ώριμη αντίληψη, που μεγαλώνουν μοναχικά και αποτραβηγμένα, χωρίς τη συντροφιά των συνομηλίκων τους, δίχως την ξενοιασιά και τις σκανταλιές που είθισται να θεωρούνται αυτονόητες για την παιδική ηλικία. Σχεδόν ξεχασμένη στο περιθώριο της καθημερινότητας των μεγάλων, “εξόριστη” απ’ τον κόσμο των παιδιών, περνά τις Κυριακές της ήσυχα και μελαγχολικά, γυρεύοντας παρηγοριά στη φαντασία της και στο ονειρικό σύμπαν των παιχνιδιών – ένα πολύχρωμο όσο και γαλήνιο περιβάλλον αθωότητας και αγνής ομορφιάς, όπου δεν ισχύουν οι περιορισμοί της “πραγματικότητας”.

Ένα βαρετό μεσημέρι Κυριακής, η Έλενα συναντά την κυρία Μαγδαληνή, που οι φίλοι της τη φωνάζουν Μάγια. Μια “μάγισσα αλλιώτικη απ’ τις άλλες” (όπως και η Έλενα είναι αλλιώτικη από τα υπόλοιπα παιδιά) – μια συμβολική, ιδεατή γιαγιά που είναι συγχρόνως και η “νεραϊδονονά” των αγαπημένων παραμυθιών. Η Μάγια αρχίζει να χαρίζει στην Έλενα κούκλες, για να της κάνουν παρέα τις ώρες της μοναξιάς και της πλήξης. Κούκλες των δικών της παιδικών χρόνων, συνδυασμένες με γλυκές αναμνήσεις, κούκλες από κάθε γωνιά της γης: Καππαδοκία, Αγία Πετρούπολη, Βιέννη, Μαρόκο, Δανία. Μια κούκλα Ινδιάνα και μια κούκλα μαυρούλα. Έναν Μαροκινό νερουλά κι έναν Τουαρέγκ, για να έχει κάποιους να κουβεντιάζει η κούκλα Αϊσέ. Γιατί οι κούκλες μιλούν, αν και σπάνια – μόνο που έχουν πάψει πια να μιλούν στη Μάγια. Θα μιλήσουν άραγε στην καινούργια τους φίλη, την Έλενα;

Οι κούκλες δεν μιλούν μονάχα, μα και ονειρεύονται. Όπως η Μπεατρίς, αδελφή της κούκλας Ιρέν, που θα αργήσει να προστεθεί στην παρέα, ώσπου να ονειρευτεί εκείνη την Έλενα. Ώσπου η Έλενα έμμεσα να την “προσκαλέσει”, με τρόπο τελετουργικό, πλάθοντας η ίδια από πηλό μια κούκλα Χαβανέζα, την οποία θα ονομάσει “Απουσία”: μια απουσία που θα μεταμορφωθεί σε παρουσία. Γιατί οι κούκλες γίνονται “κλειδιά” – και οι δυο αυτές λέξεις, κατά άκρως ενδιαφέρουσα σύμπτωση, περιέχουν το σύμπλεγμα “κλ”, που αποδίδει ηχομιμητικά το γύρισμα του κλειδιού στην κλειδαριά – τα οποία θα ανοίξουν για την Έλενα τις πόρτες μιας άλλης διάστασης, της “συμπαθητικής” (με την επιστημονική όσο και με τη συναισθηματική έννοια) μαγείας μιας επικοινωνίας με τον εξω-ανθρώπινο, ή τον περίπου ανθρώπινο, κόσμο.

Πλαισιωμένη από την υπέροχη εικονογράφηση του Νίκου Γιαννόπουλου, η Κούκλα που ονειρεύτηκε την Έλενατης Ελένης Γκίκα κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2017 από τις εκδόσεις Mamaya. Με εξέχουσα ευαισθησία και λιτό, όσο και ανεπιτήδευτα ποιητικό ύφος που παραπέμπει σε προφορική αφήγηση παραμυθιού, η συγγραφέας ξετυλίγει μια ιστορία με διακριτικές αυτοβιογραφικές νύξεις, βαθιά συγκινητική μέσα στη φαινομενική της απλότητα, η οποία δεν απευθύνεται αποκλειστικά στα παιδιά. Ευφυώς και με ταχυδακτυλουργική ευχέρεια χειρίζεται το εύρημα αλλά και την αντιστροφή της προβολής του συναισθήματος από το έμψυχο στο “άψυχο”, έτσι ώστε ο αναγνώστης να μπαίνει εξαρχής στο παιχνίδι και αβίαστα να οικειοποιείται και να ακολουθεί τους κανόνες του, ενώ οι θαυμάσιες εικόνες με τις τρυφερές γραμμές και τα έντονα, ζεστά χρώματα “ντύνουν” ιδανικά το κείμενο, δημιουργώντας μια ευπρόσδεκτη αίσθηση “εμβύθισης”.

Η Κούκλα που ονειρεύτηκε την Έλενα είναι βιβλίο που εκτός απ’ τα παιδιά, καλό θα ήταν να το διαβάσουν και οι μεγάλοι – ιδίως εκείνοι που με την ενηλικίωση αποδέχτηκαν ως αναγκαίο κακό την απώθηση, ή ακόμα και τη συντριβή των νεανικών τους ονείρων. Τα όνειρά μας δεν κάνει να τα απαρνιόμαστε ή να τα λησμονούμε, όσο “παιδιάστικα”, δυσπρόσιτα ή ανεδαφικά και αν είναι (ή μας λένε οι άλλοι ότι είναι). Γιατί κι αυτά μας ονειρεύονται, και θα έρθουν μια μέρα να μας βρουν.

ΠΗΓΗ